Πήρες Χρηματοδότηση αλλά Δεν Έχεις Ρευστότητα; Δες τι Φταίει

Η χρηματοδότηση δεν λύνει από μόνη της το πρόβλημα ρευστότητας 

Η έγκριση ενός επενδυτικού σχεδίου σε ένα πρόγραμμα ΕΣΠΑ ή στον Αναπτυξιακό Νόμο είναι αναμφίβολα μια θετική εξέλιξη για μια επιχείρηση. Συνήθως, όμως, εκεί ξεκινά ένα δεύτερο και εξίσου σημαντικό ερώτημα: 

Πώς θα πληρωθεί η επένδυση μέχρι να καταβληθεί η επιχορήγηση;

Ας υποθέσουμε ότι μια επιχείρηση εγκρίνεται για επένδυση 200.000 ευρώ με ποσοστό ενίσχυσης 50%. Η επιχορήγηση ανέρχεται σε 100.000 ευρώ. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι την επόμενη ημέρα θα υπάρχουν 100.000 ευρώ διαθέσιμα στον τραπεζικό της λογαριασμό. 

Η επιχείρηση πρέπει να αγοράσει εξοπλισμό, να πληρώσει προμηθευτές, να καλύψει εργασίες και παράλληλα να συνεχίσει να πληρώνει μισθούς, ασφαλιστικές εισφορές, ενοίκια, ενέργεια και όλες τις υπόλοιπες καθημερινές της υποχρεώσεις. 

Εδώ ακριβώς εμφανίζεται η διαφορά μεταξύ επιχορήγησης και ρευστότητας. 

Η επιχορήγηση μειώνει το κόστος. Δεν εξασφαλίζει από μόνη της τα χρήματα 

Ένα επενδυτικό πρόγραμμα μπορεί να κάνει μια επένδυση περισσότερο συμφέρουσα, επειδή ένα μέρος του κόστους καλύπτεται από δημόσια χρηματοδότηση. 

Δεν σημαίνει, όμως, ότι η επιχείρηση δεν χρειάζεται κεφάλαια για να την πραγματοποιήσει. 

Στις περισσότερες περιπτώσεις, η εκταμίευση της ενίσχυσης συνδέεται με την πραγματοποίηση και την πιστοποίηση συγκεκριμένων δαπανών. Μεταξύ της έγκρισης και της είσπραξης μπορεί επομένως να υπάρχει σημαντικό χρονικό διάστημα κατά το οποίο η επιχείρηση χρηματοδοτεί την επένδυση. 

Και αυτή η περίοδος πρέπει να έχει σχεδιαστεί πριν ξεκινήσουν οι παραγγελίες. 

Το πρόβλημα φαίνεται περισσότερο όσο μεγαλώνει η επένδυση 

Ας δούμε ένα απλό παράδειγμα. 

Μια μεταποιητική επιχείρηση αποφασίζει να πραγματοποιήσει επένδυση 500.000 ευρώ για νέο μηχανολογικό εξοπλισμό και αναβάθμιση των εγκαταστάσεών της. 

Αν η δημόσια ενίσχυση είναι 50%, η επιχορήγηση ανέρχεται σε 250.000 ευρώ και η καθαρή συμμετοχή της επιχείρησης, πριν εξεταστούν άλλες μη επιλέξιμες δαπάνες, σε 250.000 ευρώ. 

Στην πράξη, όμως, ο προμηθευτής ενός μηχανήματος μπορεί να ζητήσει: 

  • 30% προκαταβολή με την παραγγελία, 
  • 60% πριν από την αποστολή, 
  • 10% μετά την εγκατάσταση. 

Αν το μηχάνημα έχει καθαρή αξία 300.000 ευρώ, μόνο η πρώτη προκαταβολή αντιστοιχεί σε 90.000 ευρώ καθαρής αξίας. 

Εδώ πρέπει να συνυπολογιστεί και ο ΦΠΑ. 

Αν στο συγκεκριμένο παράδειγμα εφαρμόζεται ΦΠΑ 24%, η συνολική αξία του τιμολογίου των 300.000 ευρώ ανέρχεται σε 372.000 ευρώ. Δηλαδή, πέρα από την καθαρή αξία, η επιχείρηση μπορεί να χρειαστεί να καταβάλει επιπλέον 72.000 ευρώ ΦΠΑ. 

Εφόσον η επιχείρηση έχει δικαίωμα έκπτωσης του ΦΠΑ, το ποσό αυτό δεν αποτελεί συνήθως τελικό κόστος για την ίδια, καθώς μπορεί να συμψηφιστεί με τον οφειλόμενο ΦΠΑ ή, όταν προκύπτει πιστωτικό υπόλοιπο, να ζητηθεί επιστροφή σύμφωνα με την προβλεπόμενη διαδικασία. Ωστόσο, μέχρι να πραγματοποιηθεί ο συμψηφισμός ή η επιστροφή, επηρεάζει πραγματικά τη ρευστότητα της επιχείρησης. Η ΑΑΔΕ προβλέπει διαδικασία επιστροφής πιστωτικού υπολοίπου ΦΠΑ, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων που σχετίζονται με επενδυτικά αγαθά. 

Άρα, η επιχείρηση δεν πρέπει να εξετάζει μόνο την καθαρή αξία της επένδυσης, αλλά το πραγματικό ποσό που θα χρειαστεί να πληρώσει όταν έρθουν τα τιμολόγια.

Τι ισχύει με τον ΦΠΑ στα προγράμματα; 

Ο ΦΠΑ δεν αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο σε κάθε πρόγραμμα και δεν πρέπει να θεωρείται αυτομάτως επιλέξιμη ή μη επιλέξιμη δαπάνη. 

Η εκάστοτε πρόσκληση καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται. Παράλληλα, σημασία έχει αν η επιχείρηση έχει δικαίωμα να ανακτήσει τον ΦΠΑ μέσω έκπτωσης ή επιστροφής. 

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο Κανονισμός (ΕΕ) 2021/1060 προβλέπει ειδικούς κανόνες για την επιλεξιμότητα του ΦΠΑ, μεταξύ άλλων ανάλογα με το συνολικό μέγεθος της πράξης και το αν ο φόρος είναι ανακτήσιμος. 

Για τον επιχειρηματία, όμως, το πρακτικό ζήτημα είναι απλούστερο: 

Ακόμη και όταν ο ΦΠΑ δεν αποτελεί τελικό κόστος, μπορεί να αποτελεί προσωρινή ανάγκη χρηματοδότησης.

Συνεπώς, πριν από την έναρξη της επένδυσης πρέπει να ελέγχονται τόσο οι όροι του συγκεκριμένου προγράμματος όσο και η φορολογική αντιμετώπιση της επιχείρησης. 

Γιατί τα χρήματα «λείπουν», ενώ η επιχείρηση έχει πωλήσεις; 

Η ρευστότητα δεν εξαρτάται μόνο από το ύψος των πωλήσεων. 

Μια επιχείρηση μπορεί να πραγματοποιεί σημαντικό τζίρο, αλλά να εισπράττει από τους πελάτες της μετά από 60 ή 90 ημέρες. Την ίδια στιγμή μπορεί να πρέπει να πληρώνει τους προμηθευτές της σε 30 ημέρες. 

Αυτή η διαφορά δημιουργεί χρηματοδοτικό κενό. 

Οι καθυστερήσεις πληρωμών εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό ζήτημα για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και επηρεάζουν περισσότερο τις μικρότερες εταιρείες, οι οποίες διαθέτουν συνήθως μικρότερα αποθέματα ρευστότητας. 

Όταν πάνω σε αυτό το καθημερινό χρηματοδοτικό κενό προστεθεί και μια μεγάλη επένδυση, η πίεση μπορεί να αυξηθεί σημαντικά. 

Πριν ξεκινήσει η επένδυση χρειάζεται ταμειακό πλάνο 

Δεν αρκεί ένας πίνακας που δείχνει: 

Επένδυση: 500.000 ευρώ
Επιχορήγηση: 250.000 ευρώ
Ίδια συμμετοχή: 250.000 ευρώ 

Ο επιχειρηματίας χρειάζεται να γνωρίζει πότε θα πληρώσει και πότε θα εισπράξει. 

Αν, για παράδειγμα, οι δαπάνες των 500.000 ευρώ επιβαρύνονται στο σύνολό τους με ΦΠΑ 24%, τα τιμολόγια που θα πρέπει να πληρωθούν μπορούν να φτάσουν συνολικά τα 620.000 ευρώ. 

Αυτό δεν σημαίνει ότι το πραγματικό κόστος της επένδυσης γίνεται 620.000 ευρώ, εφόσον ο ΦΠΑ ανακτάται. Σημαίνει όμως ότι ο ταμειακός σχεδιασμός πρέπει να λάβει υπόψη και τα 120.000 ευρώ ΦΠΑ μέχρι να συμψηφιστούν ή να επιστραφούν. 

Ένα σωστό ταμειακό πλάνο πρέπει επομένως να καταγράφει ανά μήνα: 

  • τις πληρωμές της επένδυσης, 
  • τον αντίστοιχο ΦΠΑ, 
  • τις αναμενόμενες καταβολές της επιχορήγησης, 
  • τις εισπράξεις από πελάτες, 
  • τις καθημερινές λειτουργικές υποχρεώσεις. 

Το μέγιστο χρηματοδοτικό κενό που προκύπτει είναι ένας από τους σημαντικότερους αριθμούς που πρέπει να γνωρίζει η επιχείρηση πριν αρχίσει την υλοποίηση. 

Από πού μπορεί να καλυφθεί το χρηματοδοτικό κενό;

Η λύση συνήθως δεν είναι μία, αλλά συνδυασμός διαφορετικών πηγών. 

Η πρώτη είναι τα ίδια διαθέσιμα της επιχείρησης. Είναι η απλούστερη επιλογή, αλλά χρειάζεται προσοχή. Αν χρησιμοποιηθούν σχεδόν όλα τα διαθέσιμα για την επένδυση, μπορεί να μην υπάρχουν χρήματα για τις καθημερινές ανάγκες. 

Η δεύτερη επιλογή είναι ο τραπεζικός δανεισμός. Ένα επενδυτικό δάνειο μπορεί να καλύψει μέρος της ίδιας συμμετοχής, ενώ μια βραχυπρόθεσμη γραμμή χρηματοδότησης μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα μέχρι την είσπραξη της ενίσχυσης. 

Μια τρίτη δυνατότητα είναι η καλύτερη διαπραγμάτευση με τους προμηθευτές. Αντί για μεγάλη προκαταβολή, μπορεί να συμφωνηθεί τμηματική πληρωμή που ακολουθεί την πρόοδο της επένδυσης. 

Σε ορισμένες δράσεις μπορεί επίσης να προβλέπεται προκαταβολή της επιχορήγησης υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις ή με την προσκόμιση εγγυητικής επιστολής. 

 

Χρηματοδότηση

Η παγίδα του «έχουμε εγκριθεί, άρα προχωράμε» 

Μετά την έγκριση υπάρχει συχνά ενθουσιασμός. Ξεκινούν παραγγελίες, δίνονται προκαταβολές και υπογράφονται συμφωνίες. 

Αν όμως δεν έχει προηγηθεί χρηματοδοτικός σχεδιασμός, λίγους μήνες αργότερα μπορεί να εμφανιστεί το πραγματικό πρόβλημα. 

Ο προμηθευτής ζητά την επόμενη δόση. Ο ΦΠΑ του τιμολογίου πρέπει επίσης να πληρωθεί. Η επιχορήγηση δεν έχει ακόμη καταβληθεί. Οι πελάτες καθυστερούν να πληρώσουν. Οι μισθοί και οι υπόλοιπες υποχρεώσεις συνεχίζουν να τρέχουν. 

Τότε η επιχείρηση αρχίζει να χρησιμοποιεί το κεφάλαιο κίνησης για να ολοκληρώσει την επένδυση και το πρόβλημα μεταφέρεται στην καθημερινή της λειτουργία. 

Για αυτό ο χρηματοδοτικός σχεδιασμός πρέπει να γίνεται πριν από την υποβολή της αίτησης και να επικαιροποιείται ξανά μετά την έγκριση. 

Πέντε αριθμοί που πρέπει να γνωρίζει κάθε επιχείρηση 

Πριν ξεκινήσει η υλοποίηση ενός επενδυτικού σχεδίου, ο επιχειρηματίας πρέπει να μπορεί να απαντήσει σε πέντε βασικές ερωτήσεις: 

Πόσο θα πληρώσουμε συνολικά; 

Όχι μόνο για τις επιλέξιμες δαπάνες, αλλά και για οποιοδήποτε κόστος δεν καλύπτεται από το πρόγραμμα. 

Πόσος ΦΠΑ θα χρειαστεί να καταβληθεί; 

Και, όπου υπάρχει δικαίωμα ανάκτησης, πότε περίπου αναμένεται να συμψηφιστεί ή να επιστραφεί. 

Πότε θα χρειαστούν τα χρήματα; 

Οι προκαταβολές και οι ημερομηνίες εξόφλησης των προμηθευτών είναι εξίσου σημαντικές με το συνολικό ποσό. 

Πότε αναμένεται να εισπράξουμε την ενίσχυση; 

Χρειάζεται συντηρητική εκτίμηση και όχι η υπόθεση ότι η πληρωμή θα πραγματοποιηθεί αμέσως. 

Πόση επιπλέον ρευστότητα χρειάζεται η καθημερινή επιχείρηση; 

Η επένδυση δεν πρέπει να στερήσει από την εταιρεία τα χρήματα που χρειάζεται για να συνεχίσει να λειτουργεί. 

 

Η καλή επένδυση χρειάζεται και σωστή χρηματοδότηση 

Μια επιδότηση μπορεί να μειώσει σημαντικά το πραγματικό κόστος μιας επένδυσης και να επιτρέψει σε μια επιχείρηση να πραγματοποιήσει ένα βήμα που διαφορετικά θα ήταν δύσκολο. 

Δεν μπορεί, όμως, να αντικαταστήσει τον χρηματοοικονομικό σχεδιασμό. 

Μια επένδυση πρέπει να είναι όχι μόνο επιλέξιμη και κερδοφόρα, αλλά και χρηματοδοτήσιμη σε κάθε στάδιο της υλοποίησής της.

 

Πριν λοιπόν μια επιχείρηση ρωτήσει «πόση επιδότηση μπορώ να πάρω;», αξίζει να απαντήσει και σε μία δεύτερη ερώτηση: 

«Μπορώ να χρηματοδοτήσω με ασφάλεια την επένδυση μέχρι να πάρω την επιδότηση;» 

Και σε αυτόν τον υπολογισμό δεν πρέπει να ξεχνά ούτε τον ΦΠΑ που ενδέχεται να χρειαστεί να καταβάλει προσωρινά. 

Σε αρκετές περιπτώσεις, η απάντηση σε αυτή την ερώτηση είναι ακόμη σημαντικότερη από το ίδιο το ποσοστό ενίσχυσης. 

 

Σας φάνηκε ενδιαφέρον; Διαβάστε περισσότερα άρθρα από την ομάδα μας!